Ἕνας σύγχρονος ἀσκητὴς τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ, ἡσυχαστὴς καὶ αὐτὸς στὰ ἐρημικὰ καρούλια του Ἄθωνα, ὁ ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, στὸ βιβλίο του, Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, κάνει λόγο γιὰ ἐννέα ἁγιορεῖτες μοναχούς, «οἵτινες, λέγει, ἠγάπων νὰ προσεύχωνται ὑπὲρ τοῦ κόσμου καὶ προσηύχοντο μετὰ δακρύων ἀγάπης»1Αρχιμ. Σωφρονίου, Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, σ. 265.. Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ Γέροντας Ἰωσήφ.
Ἡ φύση τοῦ θέματός μας, «Οἱ βαθμίδες πνευματικῆς τελειώσεως κατὰ τὸν Γέροντα Ἰωσὴφ τὸν Ἡσυχαστή», εἶναι παράδοξη, καὶ ἡ ἀνάπτυξή του μὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴν ἀδικεῖ τὸ μεγάλο καὶ πολυδιάστατο ἀνάστημα τοῦ Γέροντα δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο ἐγχείρημα.
Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὁ ἀληθινὰ ἀναγεννημένος, ὑπερβαίνει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα σὲ ἀπίστευτο βαθμό. Γίνεται μέτοχος τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Πνεύματος καὶ κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου δὲν ὑποπίπτει σὲ ἀνθρώπινο ἔλεγχο: «Ὄυκ οἴδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει»2Ιω. 3,8.. Καμία «ἀνθρωπίνη ἡμέρα»3Α΄ Κόρ. 4,3. δὲν μπορεῖ νὰ τὸν συλλάβει. «Ἀνακρίνει μὲν πάντα (τὰ φαινόμενα τῆς πνευματικῆς ζωῆς), αὐτὸς δὲ ὑπ’ οὐδενὸς ἀνακρίνεται»4Α΄ Κόρ. 2,15.. Ἡ καρδιά του πλαταίνει γιὰ ν’ ἀγκαλιάσει οὐρανὸ καὶ κάθε κτίσμα, καὶ ὁ νοῦς του γίνεται σὰν ἀστραπὴ ποὺ μὲ μιὰ μετρᾶ τὴ γῆ. Γνωρίζει ὅλο τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ τοῦ Κυρίου, ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὡς τὸν ἅδη. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ Γέροντας Ἰωσήφ, ὅταν ἀντιλέγει στοὺς λογισμοὺς τῆς μικροψυχίας: «Ὁ Πατὴρ ἔχει δύο θέσεις καὶ κατοικίας· μίαν εἰς τοὺς οὐρανούς, τῆς χαρᾶς καὶ ἀπολαύσεως, καὶ μία κάτω στὸν Ἅδην, τῶν θλίψεων». Καὶ στὴ συνέχεια βεβαιώνει ὅτι μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ἀνατρέπει κάθε πειρασμὸ ποὺ παρεμποδίζει τὴν ἀποδοχὴ τῆς παιδείας τοῦ Κυρίου, καὶ γίνεται τελικὰ ὁ πιστὸς μέτοχος τῆς ὑπερκόσμιας νίκης τοῦ Χριστοῦ5Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ πρὸς ἐρημίτην, κέφ. 9, Ι. Μ. Φιλοθέου, Ἅγιον Ὅρος, σ. 441–2..
Γιὰ νὰ γνωρίσει κάποιος τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ διαβαίνει ἀπὸ τὸν ἅδη, τὸ θάνατο, καὶ ὁδηγεῖ τελικὰ στὴν αἰώνια ζωή, στὸν προσωπικό του ἀγῶνα περνᾶ μερικὰ χαρακτηριστικὰ στάδια ἢ βαθμίδες. Κατὰ κάποιον τρόπο οἱ βαθμίδες αὐτὲς προβλέπονται καὶ προορίζονται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀνάλογα μὲ τὴ χωρητικότητα τοῦ ἀνθρώπου.
Στὸ μεγάλο ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου συνεργοῦν δύο παράγοντες: ὁ θεῖος, ἄπειρα μεγάλος καὶ παντοδύναμος, καὶ ὁ ἀνθρώπινος, ἐλάχιστος ἀλλὰ ἀπόλυτα ἀναγκαῖος. Τὴν πρωτοβουλία ἔχει πάντοτε ὁ Θεός, γιατί, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, «αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς»6Α΄ Ἰω. 4,19. «καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος Αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος»7Ιω. 1,16.. Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ διδάσκει ὅτι «ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ἐγεννήθη εἰς αὐτὴν τὴν ζωήν, εἶναι νὰ βρῇ τὸν Θεόν. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ τὸν βρῇ, ἐὰν πρῶτον δὲν τὸν βρῇ ὁ Θεός»8Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 2, σ. 39..
Τὸ πρῶτο λοιπὸν μεγάλο βῆμα στὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀνθρώπου τὸ κάνει ὁ Θεός. Ἀνοίγει τὰ ψυχικὰ μάτια του ποὺ ἔκλεισε «ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου»9Β΄ Κόρ. 4,4. καὶ τὸν ἀφυπνίζει ἀπὸ ἕνα ἀνυποψίαστο προηγουμένως λήθαργο ἄνοιας καὶ ματαιότητας. Τότε, λέγει ὁ Γέροντας, «ἡ θεία χάρις… ὡς δόλωμα εἰσέρχεται στὴν ψυχὴν καὶ ἑλκύει ἀβιάστως τὸν ἄνθρωπον ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ καὶ ἀνώτερα»10Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 3, σ. 43., ἐξάγοντάς τον ἀπὸ τὴν πλάνη τοῦ κόσμου.
Ἡ πρώτη αὐτὴ ἐπίσκεψη τῆς χάριτος προκαλεῖ ἀγαθὴ ἀλλοίωση στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου «καὶ ὅλα τοῦ φαίνονται καλὰ καὶ ὡραῖα. Τότε ὅλους ἀγαπᾶ, ἔχει κατάνυξιν, δάκρυα, θέρμην ψυχῆς»11Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 4, σ. 52.. Ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ πνευματικὴ αἴσθηση καὶ ὅλα τὰ βλέπει διαμέσου τοῦ πρίσματος τῆς αἰωνιότητας. Κατανοεῖ τὸν προαιώνιο προορισμό του καὶ μένει ἔκθαμβος μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο της ἐν Χριστῷ κλήσεώς του. Δέχεται πνεῦμα φόβου Θεοῦ. Ὁ θεῖος φόβος γεννᾶ τὴν τέλεια πίστη, ποὺ ἐμπνέει στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν θεογνωσία καὶ τὸν κάνει περιχαρῆ καὶ δημιουργικό. Σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῆς Γραφῆς, ὁ φόβος αὐτὸς εἶναι ἐπίσης ἡ ἀρχὴ τῆς σοφίας12Ψαλ. 110,10.. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐμφορεῖται ἀπὸ αὐτὸν ἐπιλέγει νὰ στοχεύει μόνο τὰ ἀόρατα καὶ αἰώνια ἀγαθὰ τῆς Οὐράνιας Βασιλείας καὶ νὰ μὴ συγκαταβαίνει ἡ καρδιά του στὰ πρόσκαιρα καὶ φθαρτὰ πράγματα τοῦ αἰῶνος τούτου.
Γνωρίζοντας τοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὰ φαινόμενα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ συμβουλεύει στὶς ἐπιστολές του αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὴν πρώτη περίοδο τῆς χάριτος, νὰ ἐκμεταλλευτοῦν τὴν εὐδοκία καὶ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ βάλουν τάξη στὴν πνευματική τους ζωή. Ὅλα τὰ μαθήματα τῆς πρώτης χάριτος θὰ φανοῦν ἄκρως πολύτιμα, ὅταν ὁ Κύριος θὰ θελήσει ἀργότερα νὰ ὑποβάλει σὲ δοκιμασία τὴν πιστότητα τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ13Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 3, σ. 44 καὶ Ἐπιστολὴ 5, σ. 57.. Ὁ Γέροντας προτρέπει τοὺς μοναχούς, ὅταν βρίσκονται στὸ ἀρχικὸ στάδιο, νὰ ἀποκτήσουν αὐτογνωσία, γιατί μὲ τὴ γνώση αὐτὴ γίνονται σοφότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἔρχονται σὲ ταπείνωση καὶ παίρνουν χάρη ἀπὸ τὸν Κύριο. Ὅποιος φοβᾶται τὴν αὐτογνωσία, μένει ἔξω ἀπὸ τὴν προφητικὴ ὁδὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βάλει στερεὸ θεμέλιο στὴ ζωὴ τοῦ14Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 47–48..
Σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐνεργεῖ ἡ θεία χάρη στὸν ἄνθρωπο, ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ διακρίνει τρεῖς καταστάσεις: τὴν καθαρτική, τὴν φωτιστικὴ καὶ τὴν τελειωτική15Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 77, σ. 378–9.. Ἡ θεία χάρη εἶναι ἡ ἑνιαία ἐνέργεια τῆς Τρισυποστάτου Θεότητος, λέγεται ὅμως καὶ «ποικίλη»16Α΄ Πέτρ. 4,10. γιὰ τὸν πλοῦτο τῶν χαρισμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα ἐκδηλώνεται στοὺς πιστούς.
Ἡ πρώτη χάρις ποὺ ἐπισκέπτεται τὸν χριστιανὸ λέγεται καθαρτική. Τὸν διεγείρει σὲ μετάνοια καὶ ἐμπνέει προθυμία στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα. Κάνει τὸν ἄνθρωπο μὲ μυστικὸ τρόπο πλούσιο σὲ ὅλα, ἂν καὶ ὁ πλοῦτος αὐτὸς εἶναι ξένος καὶ δὲν τοῦ ἀνήκει ἀκόμη. Ὡστόσο, ἂν δείξει ἐπιμέλεια καὶ βία στὴν προσευχή, ἡ χάρη αὐτὴ παραμένει μαζί του ὁρισμένα χρόνια. Τότε ὁ εὐχόμενος αἰσθάνεται μέσα του θεϊκὴν κίνησιν–ενέργειαν, ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει σὲ μεγαλύτερη δωρεὰ χάριτος17Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 2, σ. 41..
‘H δεύτερη καὶ μεγαλύτερη δωρεὰ τῆς χάριτος εἶναι ἡ φωτιστική. Ἡ χάρις αὐτὴ ἀνάγει τὸ νοῦ στὴ θεωρία τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ καὶ συνοδεύεται ἀπὸ διαύγεια νοός, καθαρότητα λογισμῶν καὶ βάθος ἐννοιῶν. Γιὰ νὰ φτάσει στὴν κατάσταση αὐτὴ ὁ εὐχόμενος, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλὴ ἡσυχία καὶ ἀπλανῆ ὁδηγό18Ό.π., Ἐπιστολὴ 2, σ. 41..
Τελικὰ ἡ τρίτη καὶ ἀνώτερη κατάσταση γίνεται, ὅταν ἐπισκιάσει ἡ τελειωτικὴ χάρη ποὺ εἶναι μεγάλο δῶρο. Οἱ καρποί της εἶναι ὑπερφυσικοί: θεωρία, ἀγάπη, ἀπάθεια19Ό.π., Ἐπιστολὴ 2, σ. 41 καὶ Ἐπιστολὴ 10, σ. 84..
Ἄνθρωπος τῆς νοερᾶς προσευχῆς ὁ Γέροντας, καὶ κρίνοντας ἀπὸ τὸν καρπὸ ποὺ ἔχει στὴν εὐχὴ ἡ κάθε κατάσταση χάριτος, παρομοιάζει τὴν καθαρτικὴ (ἢ πρακτικὴ) χάρη μὲ τὴν διαύγεια τῶν ἀστέρων, τὴ φωτιστικὴ χάρη μὲ τὸ φέγγος τῆς πανσελήνου καὶ τὴν τελειωτικὴ μὲ τὴ λάμψη τοῦ μεσημβρινοῦ ἡλίου ποὺ διαβαίνει τὸν ὁρίζοντα. Οἱ τρεῖς αὐτὲς καταστάσεις, λέγει, ἀναφερόμενος στοὺς ἁγίους πατέρες, «εἰς τρεῖς τάξεις διήρεσαν τὴν πνευματικὴν πολιτείαν» τῶν χριστιανῶν20Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 35, σ. 208..
Ἡ χάρη ὅμως στὴ ζωὴ αὐτὴ δὲν παραμένει στὸν ἄνθρωπο μὲ σταθερὸ καὶ μόνιμο τρόπο. Ἰδιαίτερα ἡ πρώτη χάρη εἶναι, ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Γέροντας Ἰωσήφ, θεῖο «δόλωμα»21Ό.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 43. καὶ «ἐδικόν μας δὲν εἶναι τίποτε»22Πρβλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 2, σ. 41.. Ἢ ὅπως ἕνας ἄλλος Γέροντας τὴν ὁρίζει, ἡ πρώτη χάρη εἶναι ὁ «ἄδικος μαμωνάς», ὁ «ἄδικος» καὶ «ξένος» πλοῦτος23Βλ. Ἄρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθὼς ἐστι, Ἔσσεξ Ἀγγλίας ²1993, σ. 343, 316, 190, 134. Πρβλ. Λούκ. 16,11–12.. Ἐφόσον λοιπὸν εἶναι ἄδικος θησαυρὸς καὶ «τάλαντον» τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀναγκαῖο ὁ ἄνθρωπος νὰ δοκιμασθεῖ αὐστηρά, γιὰ νὰ δείξει ἐλεύθερα ὅλη τὴ σύνεση καὶ τὴν πιστότητά του ὡς καλὸς οἰκονόμος, ὥστε νὰ γίνει ἡ χάρη αὐτὴ ἀναφαίρετη κληρονομιά του σὲ ὅλη τὴν αἰωνιότητα. Γιὰ τὸ σημεῖο αὐτὸ βρίσκουμε στὸν Γέροντα Ἰωσὴφ μιὰ πλούσια καὶ πρακτικὴ διδασκαλία, ποὺ εἶναι καταστάλαγμα τῆς βαθιᾶς ἀσκητικῆς του πείρας.
Τὴν ἐπίσκεψη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὁπωσδήποτε θὰ ἀκολουθήσει ἡ δοκιμασία τῶν πειρασμῶν, γιὰ τὴν ὁποία πρέπει ἀπαραιτήτως ὁ ἀσκητὴς νὰ εἶναι προετοιμασμένος24Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 10, σ. 83.. Λέγει μάλιστα ὁ Γέροντας ὅτι «ὅσην χάριν περισσοτέρως λαμβάνει, τόσην προσθήκην καὶ πειρασμῶν»25Ό.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 85..
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ γενικὴ προετοιμασία τῆς ἐξομολογήσεως κάθε ἑσπέρας, τῆς ὑπακοῆς στὸν Γέροντα, τῆς ταπεινώσεως, τῆς ἀγάπης, ποὺ συστήνει ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ στὸν μοναχό, γιὰ νὰ ἔχει στερεὰ προχώματα στὸν πνευματικὸ πόλεμο, ἀναπτύσσει ἰδιαίτερα καὶ μερικὲς ἄλλες σκέψεις, ἱκανὲς νὰ τὸν καταστήσουν νικητὴ μέχρι θανάτου.
Πρῶτον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητᾶ ὑπέρμετρα γιὰ τὸν ἑαυτό του χαρίσματα, ἀλλὰ ἀπαρρησίαστα καὶ μὲ διάκριση νὰ ἐκζητεὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου26Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 85..
Δεύτερον, νὰ ἔχει αὐταπάρνηση καὶ ἑτοιμότητα νὰ πεθάνει στὴ μάχη, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐγκαταλείψει τὸ στάδιο. Χαρακτηριστικὰ ὁ Γέροντας ἐκφράζει τὴ σκέψη του: «Οὐ μὴ σὲ ἀνώ, γλυκύτατε Ἰησοῦ! Ὄυδ’ οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλείπω! Ἀχώριστος θὰ μείνω εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ δι’ ἀγάπην Σου ξεψυχῶ εἰς τὸ στάδιον». Καὶ ξαφνικὰ στὸν ἀνενδοίαστο αὐτοκαθορισμό του ὁ Κύριος τῆς δόξης βροντᾶ τὴν παρουσία του καὶ σώζει τὸν ἀθλητή Του, ποὺ γεμᾶτος εὐγνωμοσύνη βυθίζεται σὲ πέλαγος ταπεινώσεως καὶ σὰν τὸν Ἰὼβ ταλανίζει τὸν ἑαυτό του θεωρῶντας τον «γῆν καὶ σποδόν»27Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 86..
Τρίτον, νὰ γνωρίζει ὅτι μόνο μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀξία καὶ εἶναι θαυμαστὸ μεγαλεῖο μὲ αἰώνιο προορισμό. Χωρὶς τὴν πνοὴ τοῦ Πλαστουργοῦ του εἶναι μηδὲν καὶ δὲν πρέπει νὰ παύσει μὲ πλήρη ἐπίγνωση νὰ ὁμολογεῖ τὴν μηδαμινότητά του. Ὁ Γέροντας κατανοεῖ ὅτι αὐτὸ τὸ μηδὲν εἶναι τὸ «ὑλικό», ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν φέρει τὰ πάντα στὸ εἶναι. Γι’ αὐτὸ καὶ προτείνει ἐπανειλημμένως τὸ μηδὲν τῆς ταπεινώσεως σὲ ὅλους ποὺ ποθοῦν τὴν ἀναδημιουργία τους. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συναισθανθεῖ ὅτι εἶναι οὐδέν, γίνεται τὸ ὑλικὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πλάθεται ἡ ὁμοίωσή του πρὸς τὸν Κύριο28Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολαὶ 10, 31, 35, 63, ἀντίστοιχα σ. 88, 185, 210, 335, Ἐπιστολὴ πρὸς ἐρημίτην, κέφ. 13, σ. 462 κ.ά..
Μὲ ἄλλα λόγια, ἀπὸ τὰ παραπάνω συνάγεται ὅτι ἡ διάκριση, ἡ αὐταπάρνηση καὶ ἡ ταπείνωση εἶναι οἱ ἰσχυρότεροι θεμέλιοι, πάνω στοὺς ὁποίους κτίζεται μέσα στὸν ἄνθρωπο ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ.
Μετὰ τὴν πρώτη χάρη, ποὺ ἔχει ὡς σκοπό, ὅπως λέγει ὁ Γέροντας, νὰ δέσει τὸν μοναχὸ μὲ τὸν φόβο τοῦ Κυρίου, ἀρχίζει ἡ δοκιμασία, ὁ ἀγῶνας καὶ ἡ πάλη29Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 43.. Ὡστόσο ἡ πρώτη αὐτὴ ἀγαθὴ κατάσταση μπορεῖ νὰ παραμείνει τρία ὡς τέσσερα ἔτη ἢ ἀκόμη καὶ πέντε30Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 5, σ. 56 καὶ Ἐπιστολὴ 22, σ. 140.. Ὕστερα ὅμως ἡ χάρη συστέλλεται ἢ ἀποχωρεῖ, καὶ ὁ μοναχὸς ὑποβάλλεται σὲ φοβερὴ παιδεία τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὸ μεγάλο χάρισμα τῆς θείας υἱοθεσίας.
«Πάντοτε προηγεῖται ἡ χάρις τῶν πειρασμῶν», λέγει ὁ Γέροντας, ἤ, σὲ ἄλλο πάλι μέρος λέγει, «προηγεῖται τὸ μέλι τῆς χάριτος καὶ ἀκολουθεῖ ἡ πικρία τῶν πειρασμῶν»31Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 83 καὶ Ἐπιστολὴ 24, σ. 146..
Γιὰ τὰ αἴτια τῆς δοκιμασίας τῶν πειρασμῶν ποὺ ἀκολουθοῦν τη χάρη, ὁ Γέροντας δίνει μιὰ πλήρη ἀσκητικὴ διδασκαλία, ποὺ σὲ πολλὰ σημεῖα φέρει τὴ σφραγῖδα τῆς δικῆς του πνευματικῆς πείρας.
Ἡ δοκιμασία τῶν πειρασμῶν τῆς δεύτερης περιόδου γίνεται γιὰ νὰ μαθητεύσει ὁ πιστὸς στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου. Ὅπως «ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν Αὐτοῦ»32Λουκ. 24,26., ἔτσι καὶ ὁ μοναχός, λέγει ὁ Γέροντας, πρέπει νὰ «εἰσέλθη διὰ τῆς στενῆς πύλης, διότι μόνη αὐτὴ εἰσάγει εἰς τὴν εὐρυχωρίαν τοῦ Παραδείσου»33Πρβλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 3, σ. 49.. Ὅπως ὁ Χριστὸς κατέβηκε πρῶτα στὰ καταχθόνια καὶ ἔπειτα ἀνέβηκε στὰ ἐπουράνια γιὰ νὰ ἐκχύσει τὰ χαρίσματά Του «ἐπὶ πᾶσαν σάρκα»34Πράξ. 2,17., ἔτσι καὶ ὁ μοναχός, «ὅταν ἀνεβαίνη στὸν οὐρανόν, πρέπει νὰ περιμένη τὴν ἑπομένην νὰ κατεβῇ εἰς τὸν Ἅδην»35Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 10, σ. 83. καὶ ἔτσι θὰ γνωρίσει ὅλην τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ βεβαίως, «οὐδεὶς ποτὲ ἠξιώθη νὰ ἀνεβῇ πρὸς τὰ ἄνω χωρὶς πρῶτον νὰ καταφρονήση τα κάτω»36Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 4, σ. 53..
Ὅποιος γίνεται μαθητὴς τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ταυτόχρονα καὶ μαθητὴς τῆς μακαριότητός Του. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ θλίψεις ποὺ ὑπομένει ὁ μοναχὸς εἶναι εὐλογία, γιατί ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο αὐτὸν εἶναι «παθητός»37Πράξ. 26,23. καὶ μὲ τὰ παθήματα ἑνώνεται μαζί Του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Γέροντας λέγει ὅτι «ὁ γλυκὺς Ἰησοῦς μέσα εἰς τὶς θλίψεις γνωρίζεται»38Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 24, σ. 146. καὶ «ὁ θέλων νὰ βαστάση τὸν Σταυρὸν τοῦ Χριστοῦ νικᾶ την ἑαυτοῦ φύσιν»39Ό.π., Ἐπιστολὴ 29, σ. 168..
Συστέλλεται ἡ χάρη καὶ οἱ πειρασμοὶ ἀκολουθοῦν, γιὰ νὰ δείξει ὁ ἄνθρωπος ἐλεύθερα τὴν ἀγαθὴ προαίρεσή του40Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 13, σ. 99., τὸ ζῆλο τῆς ἀγάπης τοῦ41Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 4, σ. 51 καὶ Ἐπιστολὴ 12, σ. 98., τὴν προθυμία τοῦ42Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 4, σ. 52., τὴ σύνεσή του43Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 22, σ. 140., τὴν ὑπομονὴ τοῦ44Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 7, σ. 67, 69.. Ἐπιδεικνύοντας τὶς ἀρετὲς κατὰ τὴ δεύτερη περίοδο τῶν δοκιμασιῶν, ἔχει τὸ προνόμιο «νὰ μάθη τὴν τέχνην πασῶν των τεχνῶν, τὴν ἐπιστήμην πασῶν των ἐπιστημῶν»45Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 22, σ. 137., νὰ μυηθεῖ δηλαδὴ στὸ πνεῦμα τῆς ἀνεκδιήγητης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.
‘H ἐπιστήμη αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σταθερότητα τοῦ μοναχοῦ, ποὺ γίνεται κάτοχος αὐτῆς, ὅταν ὑπομείνει τὴν παιδεία τοῦ Κυρίου. Ὅταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι παροῦσα καὶ ἐνεργὸς μέσα στὸν ἄνθρωπο, τότε ὅλα τὰ ἔργα τῆς εὐσεβείας εἶναι εὔκολα καὶ εὐχάριστα, γιατί αὐτὴ τὰ ἐπιτελεῖ. Ὅταν ὅμως ἀπομακρυνθεῖ καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐξακολουθεῖ μὲ πιστότητα νὰ κάνει τὰ ἴδια ἔργα, ὅπως καὶ προηγουμένως, τότε εἶναι ἀληθινὰ μακάριος, γιατί ἐνῷ δὲν βλέπει τη χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του, ὡστόσο μένει πιστὸς στὰ μαθήματά της καὶ γίνεται σὲ αὐτὸν ὁ ἔπαινος τοῦ Κυρίου, «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»46Ιω. 20,29..
Γιὰ νὰ τονίσει ἀκριβῶς τὴν ἀλήθεια ὅτι χωρὶς τὶς δοκιμασίες ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀσάλευτος στὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, ὁ Γέροντας φέρει τὸ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἦταν παρών, ὁ μέγας Πέτρος ἔλεγε: «Κὰν δέη μὲ σὺν σοὶ ἀποθανεῖν, οὐ μὴ σὲ ἀπαρνήσομαι»47Ματθ. 26,35.. Ὅταν ὅμως συνέλαβαν τὸν Χριστό, Τὸν ἀρνήθηκε τρεῖς φορές. Ὅταν ἡ χάρη εἶναι παροῦσα, «αὐτὴ τότε φωνάζει ἀλαλήτως ὑπὲρ ἑαυτῆς: “Ἀββᾶ ὁ Πατήρ”! Ἡ χάρις φωνάζει τὸν δοτήρα τῆς χάριτος: “Τὶς δύναταί με χωρίσαι ἐκ τῆς ἀγάπης σου Ἰησοῦ μου;”». Χωρὶς ὅμως τὴ χάρη ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύναμη καὶ οἰκτρὰ σάρξ, ἱκανὸς ἀκόμη καὶ νὰ βλασφημεῖ τὸν Δημιουργὸ τοῦ48Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 22, σ. 138..
Ἡ παιδαγωγία τῶν ἐπισκέψεων καὶ ἀποχωρήσεων τῆς χάριτος κατὰ τὴ δεύτερη περίοδο εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος καταρτίζει τοὺς ἰδικούς Του, ὡς ὅτου γίνουν «ἄρτιοι… τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι»49Βλ. Β΄ Τίμ. 3,17.. Ἡ χάρη, λέγει ὁ Γέροντας, δὲν μπορεῖ νὰ παραμείνει μόνιμα μὲ τὸν ἄνθρωπο, γιατί τὴν ἐμποδίζουν τὰ πάθη50Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 35, σ. 205.. Ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι πήλινη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βαστάσει τη χάρη. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς συστέλλει την χάρη Του καὶ τὴν παραδίνει στὴν πύρωση τῶν πειρασμῶν, γιὰ νὰ ψηθεῖ στὴ φωτιὰ καὶ ὅπως τὸ «κεράμιον νὰ κρατήση τὸ ὕδωρ»51Ό.π., Ἐπιστολὴ 22, σ. 139.. Ἀναγκάζεται ὁ ἄνθρωπος νὰ κατεργασθεῖ τὰ πάντα γιὰ τὴν ἀνάκτηση τῆς χάριτος. Καταβάλλει λοιπὸν πολὺ κόπο καὶ μακροθυμία, γιὰ νὰ μεταποιηθεῖ ἡ φύση του, νὰ καθαρισθεῖ ἀπὸ τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς καὶ νὰ ἐγκαινισθεῖ μέσα του τὸ θεμέλιο τῆς ταπεινώσεως καὶ ὑπακοῆς τοῦ Χριστοῦ52Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 45–46.. Ἡ νίκη ὅλων τῶν πειρασμῶν θὰ κατορθωθεῖ, βεβαιώνει ὁ Γέροντας, ὅταν ὁ μοναχὸς «γίνει χῶμα» καὶ «πτῶμα νὰ τὸν πατᾶνε ὅλοι ἐπάνω»53Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 7, σ. 70.. Μὲ τὰ λόγια τῶν ἀσκητῶν τῆς Αἰγύπτου, ὁ ἄνθρωπος νικᾶ, ὅταν βάλει τὸν ἑαυτό του κάτω ἀπὸ κάθε κτίσμα.
Ἡ ταπείνωση τοῦ εἴδους αὐτοῦ, ποὺ φτάνει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ συναίσθηση τῆς πνευματικῆς του ἐρημώσεως ἀπὸ τὴ στέρηση τῆς χάριτος, ἐμπνέεται ἀπὸ αὐτομῖσος ποὺ φονεύει ὅλα τὰ πάθη54Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 3, σ. 48.. Τόση ἦταν ἡ αὐταπάρνηση τοῦ Γέροντα Ἰωσήφ, ὥστε νὰ στέκεται πάνω στὸν ἑαυτό του «ὡσὰν δήμιος»55Ό.π., Ἐπιστολὴ 23, σ. 144.. Ἡ ἀγάπη ὅμως μέχρι τοῦ αὐτομίσους τοῦ μαθητῆ πρὸς τὸν Διδάσκαλό Του εἶναι καὶ ἡ καλύτερη ἀνταπόκριση πρὸς τὴν «εἰς τέλος» ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητές Του.
Ὅσο σκληρὴ καὶ νὰ εἶναι ἡ κακοπάθεια τῆς δεύτερης περιόδου, ὁ Γέροντας λέγει ὅτι «δὲν εἶναι ποτὲ οἱ πειρασμοὶ τῆς χάριτος ἰσχυρότεροι»56Ό.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 50.. Ὁ Θεὸς δὲν παύει νὰ περιποιεῖται τὸν ἀσκητὴ μὲ τὴν παρηγοριά Του. «Καὶ μιᾶς ἡμέρας βροχὴ οἰκονομεῖ τα φυτευθέντα εἰς τὴν ψυχή… ὅλον τὸ διάστημα ὅπου φεύγει ἡ χάρις», λέγει πάλιν ὁ ἴδιος57Ό.π., Ἐπιστολὴ 35, σ. 206..
Σύμφωνα μὲ τὴν ὁμολογία τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ, ἀφοῦ στάξει αἷμα ἡ καρδιὰ τοῦ ἀσκητῆ, δηλαδὴ ἀφοῦ μετανοήσει ἔντιμα καὶ ἀθλήσει νόμιμα, πείθει τὸν Θεὸ ὅτι εἶναι δικό Του τέκνο, ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ γίνεται ἄξιος τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ58Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 33, σ. 195..
Ὁ μοναχὸς ποὺ παραδίνεται μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπομένει τὶς θλίψεις τῶν πειρασμῶν, χωρὶς νὰ ἐρωτᾶ τὸ «διατί», ἀποφεύγει τὴν ἀθυμία τῆς ἀκηδίας59Ό.π., Ἐπιστολὴ 8, σ. 73.. Εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσει στὴν ἀκρότητα τῶν δυνάμεων καὶ τῆς ἀντοχῆς του, ἀλλὰ ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἰώβ, αὐτὸς εἶναι ὁ καιρὸς τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Θεοῦ. «Τότε, λέγει ὁ Γέροντας, πληροῦται θείας ἀγάπης. Καὶ φλέγεται ἡ ψυχή του ὡσάν του Κλεόπα»60Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 86..
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ ὁ ἀσκητὴς ἀποκτᾶ σταθερότητα, γιατί πέτυχε «τὸ θεῖον συνάλλαγμα»61Ό.π., Ἐπιστολὴ 35, σ. 208., νὰ ἀνταλλάξει δηλαδὴ τὴν πρόσκαιρη καὶ ὑλικὴ ὕπαρξή του μὲ τὴν ἄϋλη καὶ αἰώνια ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρη ἐπιστρέφει καὶ πληθαίνει. Τότε γίνεται τὸ ἄνοιγμα τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου «ἁπλώνει ἔχων Μεγάλην Χωρητικότητα»62Ό.π., Ἐπιστολὴ 35, σ. 208–209.. Ἀρχίζει ἡ τρίτη περίοδος τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ μοναχὸς ἀνέρχεται ἀπὸ τὴν πράξη στὴν θεωρία, ἢ ἀπὸ τὸ ψυχολογικὸ ἐπίπεδο στὸ ὀντολογικὸ τῆς θείας ἀγάπης, ὅπως θὰ ἔλεγε ἕνας ἄλλος ἀσκητής.
Κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, λέγει ὁ Γέροντας Ἰωσήφ, ὁ νοῦς εἶναι σταθερὸς στὴν προσευχή, καὶ ἐπισκιάζεται ἀπὸ «αὔρα λεπτὴ» καὶ «εὐώδη βιαία πνοή». Ἀκόμη καὶ τὸ σῶμα φέρει θεία πληρότητα. Οἱ αἰσθήσεις καταπαύουν «καὶ μόνον ὁ νοῦς θεωρεῖ μέσα εἰς ἄπλετον φῶς. Γίνεται ἕνωσις Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου»63Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 35, σ. 209.. Στὴν κατάσταση αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος «ἄγεται» πιὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τῆς κτιστῆς φύσεώς του. «Καὶ εἶ τί γράφει, εἶ τί λαλεῖ, κλίνει πρὸς ἀμετρίαν»64Ό.π., Ἐπιστολὴ 11, σ. 89.. Τὸ σῶμα παύει νὰ δυσχεραίνει στὴν ἄσκηση, γιατί «ὁ νοῦς ἔχει ἄλλα πτερὰ οὐράνια καὶ ὑπὲρ φύσιν»65Ό.π., Ἐπιστολὴ πρὸς ἐρημίτην, κέφ. 10, σ. 445.. Ἑνοποιεῖται ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ «ἐνθρονίζεται ὁ νοῦς ὡς Βασιλεὺς ἐπὶ καρδίαν καὶ χαίρει ὡς νυμφίος ἐπὶ νύμφη ἐν τὼ θαλάμῳ»66Ό.π., Ἐπιστολὴ 12, σ. 96..
Ἡ εὐχὴ γίνεται ἀκόπως, γιατί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ζωοποιεῖ τὸν νοῦ μὲ τὴ θεωρία τῶν ἐπουρανίων. Βυθίζεται στὴν ἄβυσσο τῆς θείας ἀγάπης ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο, ὅπως πληροφορεῖ ὁ Γέροντας, νὰ κράζει ἐκ βάθους:
«Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς Σὲ τὸν Θεόν μου! Πότε ἤξω καὶ ὀφθήσομαι τὴν ἁγίαν Σοῦ θέαν;».
Καὶ μὲ τὸν ἀκραῖο αὐτὸν πόθο τῆς ψυχῆς του ἀποδιώκει κάθε φόβο καὶ «τὸν θάνατον περιμένει ὡς τὴν μεγίστην χαράν. Πότε θὰ κλείσουν ἐτοῦτοι οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ θὰ ἀνοίξουν ἐκεῖνοι, ὅπου θὰ βλέπη τὰ πάντα εὐφραινόμενος διὰ πάντα»67Ό.π., Ἐπιστολὴ 12, σ. 97.. Καὶ τὸ πιὸ θαυμαστὸ γεγονὸς στὴ ζωὴ τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ εἶναι ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν πόθο διάβηκε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ στὴν οὐράνια Βασιλεία, πρᾶγμα ποὺ προέβλεψε καὶ περίμενε.
Footnotes
- 1Αρχιμ. Σωφρονίου, Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, σ. 265.
- 2Ιω. 3,8.
- 3Α΄ Κόρ. 4,3.
- 4Α΄ Κόρ. 2,15.
- 5Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ πρὸς ἐρημίτην, κέφ. 9, Ι. Μ. Φιλοθέου, Ἅγιον Ὅρος, σ. 441–2.
- 6Α΄ Ἰω. 4,19.
- 7Ιω. 1,16.
- 8Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 2, σ. 39.
- 9Β΄ Κόρ. 4,4.
- 10Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 3, σ. 43.
- 11Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 4, σ. 52.
- 12Ψαλ. 110,10.
- 13Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 3, σ. 44 καὶ Ἐπιστολὴ 5, σ. 57.
- 14Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 47–48.
- 15Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 77, σ. 378–9.
- 16Α΄ Πέτρ. 4,10.
- 17Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 2, σ. 41.
- 18Ό.π., Ἐπιστολὴ 2, σ. 41.
- 19Ό.π., Ἐπιστολὴ 2, σ. 41 καὶ Ἐπιστολὴ 10, σ. 84.
- 20Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 35, σ. 208.
- 21Ό.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 43.
- 22Πρβλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 2, σ. 41.
- 23Βλ. Ἄρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθὼς ἐστι, Ἔσσεξ Ἀγγλίας ²1993, σ. 343, 316, 190, 134. Πρβλ. Λούκ. 16,11–12.
- 24Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 10, σ. 83.
- 25Ό.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 85.
- 26Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 85.
- 27Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 86.
- 28Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολαὶ 10, 31, 35, 63, ἀντίστοιχα σ. 88, 185, 210, 335, Ἐπιστολὴ πρὸς ἐρημίτην, κέφ. 13, σ. 462 κ.ά.
- 29Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 43.
- 30Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 5, σ. 56 καὶ Ἐπιστολὴ 22, σ. 140.
- 31Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 83 καὶ Ἐπιστολὴ 24, σ. 146.
- 32Λουκ. 24,26.
- 33Πρβλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 3, σ. 49.
- 34Πράξ. 2,17.
- 35Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 10, σ. 83.
- 36Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 4, σ. 53.
- 37Πράξ. 26,23.
- 38Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 24, σ. 146.
- 39Ό.π., Ἐπιστολὴ 29, σ. 168.
- 40Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 13, σ. 99.
- 41Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 4, σ. 51 καὶ Ἐπιστολὴ 12, σ. 98.
- 42Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 4, σ. 52.
- 43Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 22, σ. 140.
- 44Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 7, σ. 67, 69.
- 45Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 22, σ. 137.
- 46Ιω. 20,29.
- 47Ματθ. 26,35.
- 48Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 22, σ. 138.
- 49Βλ. Β΄ Τίμ. 3,17.
- 50Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 35, σ. 205.
- 51Ό.π., Ἐπιστολὴ 22, σ. 139.
- 52Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 45–46.
- 53Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 7, σ. 70.
- 54Βλ. Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 3, σ. 48.
- 55Ό.π., Ἐπιστολὴ 23, σ. 144.
- 56Ό.π., Ἐπιστολὴ 3, σ. 50.
- 57Ό.π., Ἐπιστολὴ 35, σ. 206.
- 58Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 33, σ. 195.
- 59Ό.π., Ἐπιστολὴ 8, σ. 73.
- 60Βλ. ὅ.π., Ἐπιστολὴ 10, σ. 86.
- 61Ό.π., Ἐπιστολὴ 35, σ. 208.
- 62Ό.π., Ἐπιστολὴ 35, σ. 208–209.
- 63Γέροντος Ἰωσήφ, Ἔκφρασις μοναχικῆς ἐμπειρίας, Ἐπιστολὴ 35, σ. 209.
- 64Ό.π., Ἐπιστολὴ 11, σ. 89.
- 65Ό.π., Ἐπιστολὴ πρὸς ἐρημίτην, κέφ. 10, σ. 445.
- 66Ό.π., Ἐπιστολὴ 12, σ. 96.
- 67Ό.π., Ἐπιστολὴ 12, σ. 97.
