Το μυστήριο της Υπεραγίας Θεοτόκου

Mother of God

Το μυστήριο της Υπεραγίας Θεοτόκου
Read the article in English

«Τείχισόν μου τὰς φρένας, Σωτήρ μου· τὸ γὰρ τεῖχος τοῦ κόσμου ἀνυμνῆσαι τολμῶν, τὴν ἄχραντον Μητέρα Σοῦ»1Όρθρος Κοιμήσεως Θεοτόκου, Οἶκος.

Πάλιν ἔχομεν πανήγυριν, καὶ ἡ κάθε πανήγυρις συνιστᾶ μεγάλη εὐκαιρία νὰ ἐκφράσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τοῦ ἀναπέμψουμε εὐχαριστία γιὰ πάντα ὅσα “ἐποίησε καὶ ποιεῖ ἀεὶ μεθ’ ἡμῶν”.1Βλ. Ἀναφορὰ Θείας Λειτουργίας.

Πλησιάζοντας τὴ μεγαλύτερη Θεομητορικὴ ἑορτή, τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο γιὰ τὰ μεγαλεῖα ποὺ τελεσιούργησε στὸ Πρόσωπο τῆς Πανάχραντης Μητέρας Του καὶ γιὰ τὴν ἀνεκδιήγητη Οἰκονομία ποὺ μέσῳ Αὐτῆς ἐργάστηκε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Τὸ μυστήριο τῆς Παναγίας, συνυφασμένο μὲ τὴν Ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ-Λόγου, συνιστᾶ τό ‘μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον’,2Βλ. A’ Τίμ. 3,16. καὶ ἐμπερικλείεται στὸ ὄνομά Της, Θεοτόκος.3Βλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως 56, PG94, 1029bc.

Στὴ Γραφὴ καὶ κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ τὸ μυστήριο αὐτὸ παρέμεινε ‘σεσιγημένον’4Βλ. Ρώμ. 14,24. καὶ τὸ Πρόσωπο τῆς Παναγίας βρισκόταν στὴν ἀφάνεια. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη μέ ‘σκιὲς καὶ αἰνίγματα’ συμπεριλαμβάνονται προφητικὲς ρήσεις γιὰ Ἐκείνην, τῆς Ὁποίας τό ‘σπέρμα’ ἐπρόκειτο νά ‘τηρήση τὴν κεφαλὴν’ τοῦ πονηροῦ ὄφεως,5Βλ. Γέν. 3,15. καὶ γιὰ τὴν παρθενικὴ Γέννηση τοῦ Μεσσία.6Βλ. Ἠσ. 7,14.
Στὰ Εὐαγγέλια δίδονται πληροφορίες γιὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας καὶ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ στὴ συνέχεια, ἰδιαιτέρως μετὰ τὴν ἔναρξη τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Χριστοῦ, γίνονται μόνο σποραδικὲς ἀναφορὲς σὲ Αὐτήν. Οἱ Εὐαγγελιστὲς δὲν Τὴν παρουσιάζουν δίπλα στὸν Κύριο, ὅταν Αὐτὸς ἐπιτελοῦσε θαύματα, ὅταν Τὸν ἐπευφημοῦσαν τὰ πλήθη, ἢ στὸ ἀγλάϊσμα τῆς δόξας Του στὸ Θαβώρ, ἀλλὰ ὅταν οἱ ὄχλοι δὲν ἄντεχαν τοὺς σκληροὺς λόγους Του καὶ ἤθελαν νὰ Τὸν λιθοβολήσουν καὶ ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν ἄκρα ταπείνωση καὶ ἐξουθένωσή Του πάνω στὸν Σταυρό.

Μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ἐνῷ ἦταν ἡ Πρώτη στὴν Ὁποία ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος, ὅπως ἀποδεικνύει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς,7Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΙΗ’: “Τὴ Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων· ἐν ἢ καὶ ὅτι πρώτη τὸν Κύριον ἡ Θεοτόκος εἶδεν ἐκ νεκρῶν ἀναστάντα”, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τόμ. Στ’, ἔκδ. Βασ. Ψευτογκά, Θεσσαλονίκη 2015, σ. 217. οἱ Εὐαγγελιστὲς Τὴν ἀναφέρουν συγκεκαλυμμένα ὡς τήν ‘ἄλλην Μαρίαν’.8Βλ. Μάτθ. 28,1. Ἀφ’ ὅτου, ὅμως, στὶς πρῶτες δυὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους διατυπώθηκε καὶ θεσπίσθηκε ἄσειστα τὸ δόγμα τῆς Θεότητας τοῦ Χριστοῦ, καθιερώθηκε ἀμετάθετα καὶ ἡ τιμὴ τῆς Παναγίας. Οἱ πιστοὶ μὲ ἄπειρη εὐγνωμοσύνη Τὴν ἀγάπησαν ὡς ‘τὴν γεννήσασαν τῆς εὐφροσύνης [καὶ τῆς σωτηρίας] αὐτῶν τὸν Αἴτιον’9Βλ. Μικρὸς Παρακλητικὸς Κανῶν, ὠδὴ ε’. καὶ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς καλύφθηκε ἀπὸ παρεκκλήσια καὶ εἰκόνες ἀφιερωμένα σὲ Αὐτήν.

Οὐδέποτε γεννήθηκε καὶ οὐδέποτε θὰ γεννηθεῖ ἄνθρωπος σὰν τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὴν εὐλογημένη γυναῖκα ποὺ ἔγινε Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσή Του. Τὸν κατακόσμησε μὲ ἐξαίρετα χαρίσματα καὶ ἐνεφύσησε στοὺς ρώθωνές του ‘πνοὴν ζωῆς καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν’.10Βλ. Γέν. 2,7. Ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ ἀντανακλᾶ στὸν κτιστὸ κόσμο τὶς τελειότητες τοῦ Θεοῦ· στὸ πρόσωπό του συνέθετε τὸν ὑλικὸ καὶ τὸν πνευματικὸ κόσμο.

Ὁ ἐχθρὸς φθόνησε τὸ ἀπερίγραπτο μεγαλεῖο ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο καὶ προέτρεψε τὸν ἄφρονα Πρωτόπλαστο στὴν παρακοὴ καὶ στὴν πτώση. Ἀλλὰ ἡ θεία ἀγάπη εἶναι ἀμετάθετη καὶ τὰ σπλάγχνα τῶν θείων οἰκτιρμῶν ἀνείκαστα. Ὁ Θεός ‘οὐκ ἀπέστη πάντα ποιῶν’ γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, νὰ τὸν ἐπαναγάγει ‘εἰς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν’, νά ‘ἀναμορφώση τὸ ἀρχαῖον κάλλος’ σὲ αὐτόν, νὰ τοῦ παράσχει τήν ‘ποθεινὴν πατρίδα’ τοῦ Παραδείσου.

Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα γέννησαν δυὸ υἱούς, τὸν Κάϊν καὶ τὸν Ἄβελ. Στὸν Ἄβελ ὑπερίσχυε ἡ χάρη ποὺ ἐναπέμεινε στοὺς γεννήτορές του καὶ ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ. Στὸν Κάϊν ὑπερίσχυσε τὸ στοιχεῖο τῆς ἀποστασίας τῶν γονέων του. Ἔγινε θηριώδης καὶ φόνευσε τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἄβελ. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δυὸ προῆλθαν δυὸ ρεύματα στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπινου γένους: Πρῶτον, τὸ ρεῦμα τῶν δικαίων, στὴ μνήμη τῶν ὁποίων ἀχνόφεγγε τὸ φῶς τῆς πρωτόγονης χάριτος τοῦ Παραδείσου καὶ αὐτοὶ ἀγωνίζονταν νὰ διάγουν βίο θεοφιλῆ· Δεύτερον, τὸ ρεῦμα τῶν γιγάντων, δηλαδὴ ἐκείνων στοὺς ὁποίους τὰ πάθη προσέλαβαν γιγαντιαῖες διαστάσεις καὶ αὐτοὶ ἀλλοτριώθηκαν ἀπὸ τὶς διαθῆκες τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὸ ρεῦμα τῶν δικαίων προετοίμαζε προφητικὰ τὴν ὁδό Του. Κατὰ καιρούς τους ἔδιδε ἀποκαλύψεις καὶ πύρινους λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνακοίνωναν στοὺς συγχρόνους τους, ὥστε νὰ διατηρηθεῖ ἡ θεοσέβεια πάνω στὴ γῆ. Ὁ Θεὸς εἶχε τὸ βλέμμα Τοῦ προσηλωμένο σὲ αὐτούς, νὰ δεῖ, ‘εἰ ἔστιν συνίων ἢ ἐκζητὼν Αὐτόν’,11Βλ. Ψάλμ. 13,2· 52,3. ‘εἰ ἐστι ποιῶν δικαιοσύνην’ μὲ τρόπο τέλειο καὶ μοναδικό. Καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς βρέθηκε στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας Παρθένου Μαριάμ.

Ἡ Παναγία ἦταν καρπὸς προσευχῆς τῶν ἁγίων καὶ δικαίων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης. Ἡ σύλληψή Της δὲν ἦταν ἄσπορος, ἀλλὰ ἀπαθὴς ἀπὸ τὸ πανάμωμο σπέρμα τοῦ Ἰωακείμ.12Βλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος εἰς τὸ γενέσιον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας 6, 2, PG96, 664b. Ἦταν κεχαριτωμένη ἤδη ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς γεννήσεώς Της, διότι στὸ Πρόσωπό Της συγκέντρωνε τὴν ἁγιότητα ὅλων τῶν προγενεστέρων γενεῶν. Ἀφιερώθηκε στὸν ναὸ ἀπὸ τὴν τρυφερὴ Τῆς ἡλικία, ὅπου ζοῦσε ἡσυχαστικὰ μὲ προσευχὴ καὶ μελέτη τῶν Γραφῶν.

Ἡ θεόπαις Μαριὰμ διακρινόταν ἀπὸ παράδοξη ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, καὶ περιποθοῦσε τὴν κοινωνία μαζὶ Τοῦ μέσῳ τῆς προσευχῆς. Βεβαίως, ἡ ἔφεσή Της γιὰ προσευχὴ ἦταν ἀσυνήθης μὲ τὰ δεδομένα τοῦ πεπτωκότος κόσμου, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν ἐκφράζει τὴ φυσικὴ κατάσταση τοῦ πλασμένου κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωση Θεοῦ ἀνθρώπου.

Μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτος συσσωρευόταν στὴν καρδιά Της. Τὴν πλάταινε, γιὰ νὰ περιπτυχθεῖ μέσα Τῆς Θεὸ καὶ ἄνθρωπο. Ἦλθε στιγμὴ ποὺ τὰ ἴχνη τῆς χάριτος ἔφθασαν σὲ κάποιο πλήρωμα καὶ γέννησαν ἐντός Της τὴ συνείδηση τοῦ ὀντολογικοῦ Τῆς συνδέσμου μὲ ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ ἀρχῆς μέχρις ἐσχάτων· ἐπίσης τελεσιούργησαν τὸ ἄρρητο γεγονὸς τῆς ἑνώσεως τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ἄκτιστο Θεὸ σὲ ἕνα, τὴν ἕνωση τῆς καρδιᾶς Τῆς μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ νεαρὴ Τῆς ὕπαρξη στὸ ἑξῆς καταπονεῖτο ἀφ’ ἑνὸς ἀπὸ τὴν ἐξαθλίωση καὶ τὴν ἄγνοια τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπὸ τὴ δίψα Της γιὰ τὸν ζῶντα Θεὸ τῶν Πατέρων Της. Μὲ φυσικὸ τρόπο ἄρχισε ἡ μεσιτεία καὶ ἡ πρεσβεία Της γιὰ κάθε γηγενῆ.

Κατὰ τὴ μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ‘πῦρ ἐξεκαύθη ἐν τῇ καρδίᾳ Αὐτῆς’,13Βλ. Ψάλμ. 38,4. ὅταν συνάντησε τὴν προφητεία, ‘ἰδοὺ ἡ παρθένος ἕξει ἐν γαστρὶ καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα Αὐτοῦ Ἐμμανουήλ’.14Βλ. Ἠσ. 7,14. Μὲ ἄσβεστο πόθο γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ θὰ ἐρχόταν στὴ γῆ νὰ σώσει τὸν λαὸ Τοῦ ‘ἐκ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν’,15Βλ. Ἑσπερινὸς Κυριακῆς, στιχηρὸ στὸ Κύριε Ἐκέκραξα, ἦχος α’. ἄρχισε νὰ προσεύχεται νὰ ἀξιωθεῖ νὰ γίνει ἡ θεραπαινίδα τῆς Μητέρας τοῦ Ἐμμανουήλ. Πάνω στὴ ζέση αὐτῆς τῆς προσευχῆς ἐμφανίσθηκε ὁ Ἀρχάγγελος καὶ Τῆς ἀνήγγειλε ὅτι δὲν θὰ γινόταν ἡ ὑπηρέτρια τῆς Μητέρας τοῦ Μεσσία, ἀλλὰ ὅτι Αὐτὴ ἡ Ἴδια θὰ δάνειζε σάρκα στὸν ἀμήτορα ἐκ Πατρὸς καὶ ἀπάτορα ἐκ Μητρός. Ἡ Παναγία Παρθένος συνέλαβε ὑπερφυῶς τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Τὸν γέννησε ἐπίσης ὑπερφυῶς.

Βεβαίως, γιὰ νὰ δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὁποιοδήποτε πνευματικὸ χάρισμα, πρέπει νὰ ὑπάρχει κάποια ἀντιστοιχία τῆς δωρεᾶς μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του. Καὶ στὴν περίπτωση τῆς Παναγίας ἡ ἀντιστοιχία αὐτὴ ἔγκειται στὴν ταπείνωσή Της, ἡ ὁποία ἦταν προφητικὰ κατ’ εἰκόνα τῆς ἀπερίγραπτης ταπεινώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ Της.
Ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ἰλιγγιᾷ ἐνώπιον τοῦ ‘ἀκατανοήτου θαύματος’ ποὺ ἔλαβε χώρα καὶ μὲ δέος ὁμολογεῖ: ‘Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν Σοί, Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος’.16Βλ. Ὄρθρος Κοιμήσεως Θεοτόκου, Κανῶν, ὠδὴ θ’, εἱρμός.

‘Παρθενεύει τόκος’, διότι ἡ Παναγία ἦταν Παρθένος, καὶ ἔμεινε Παρθένος κατὰ τὴ γέννηση καὶ μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἡ Γραφὴ μαρτυρεῖ τὴν παρθενία Της πρὶν τὴ σύλληψη τοῦ Κυρίου. Ὁ σώφρων Ἰωσὴφ Τὴν παρέλαβε ἁγνὴ ἀπὸ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, καὶ ταράχθηκε ὅταν εἶδε ὅτι κυοφοροῦσε. Οἱ Ἰσραηλῖτες ἦταν μὲν συνηθισμένοι στὶς θαυματουργικὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ παρθενικὴ γέννηση ἦταν ἄνευ προηγουμένου στὴν ἱερὰ ἱστορία. Ἡ νεαρὴ κόρη σίγησε καὶ δὲν ὑπερασπίσθηκε τὸν Ἑαυτό Της, μολονότι ἀντιμετώπιζε κίνδυνο ἀκόμη καὶ τῆς ζωῆς Της ἀπὸ λιθοβολισμὸ λόγῳ τῆς παράδοξης ἄνευ ἀνδρὸς κυοφορίας. Λάλησε, ὅμως, ὁ Θεὸς στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰωσήφ, πληροφορῶντας τον γιὰ τὸ θαυμαστὸ γεγονός. Ἑπομένως, ἡ Παναγία ἦταν Παρθένος πρὸ τοῦ τόκου.

Γνωρίζουμε ὅτι ἡ Παναγία ἔμεινε Παρθένος κατὰ τὴ γέννηση ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῆς χάριτος. Κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς ἐπιδημία τοῦ Κυρίου ‘πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι Αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ’ Αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰάτο πάντας’.17Βλ. Λούκ. 6,19. Ἀκόμη καὶ ἕνα ἄγγιγμα τῆς χάριτος θεραπεύει καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἀκεραιότητα στὸν νοῦ, στὴν ψυχή, ἀκόμη καὶ στὸ σῶμα. Πὼς μποροῦσε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ νὰ διέλθει ἀπὸ τὴ μήτρα τῆς ἁγνῆς Παρθένου καὶ νὰ Τῆς ἀφήσει πληγή; Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Παναγία ἔμεινε Παρθένος κατὰ τὸν τόκο.

Γνωρίζουμε ἐπίσης ὅτι ἡ Παναγία διῆγε ἐν παρθενίᾳ μετὰ τὸν τόκο τοῦ Ἐμμανουὴλ ἀπὸ τὴν αἰωνόβια πνευματικὴ πεῖρα νέφους πιστῶν, ἰδιαιτέρως μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι δέχονται μικρὴ χάρη κλήσεως, καὶ αἰσθάνονται τέτοιο πλήρωμα στὴν καρδιά τους, ὥστε οὔτε κἂν ἀναλογίζονται τὰ πάθη τῆς σαρκὸς τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς τους. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς ‘πῦρ καταναλίσκον’18Βλ. Ἔβρ. 12,29. φλέγει ‘ἅπαντα αἰσχρὸν νοῦν’·19Βλ. Ὄρθρος Κυριακῆς, Ἀντίφωνον γ’, ἦχος πλ. α’. κάνει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιποθεῖ καὶ νὰ ἐκλείπει ‘εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου’· κάνει τὴν καρδιά, ἀκόμη καὶ τὴ σάρκα του νὰ ἀγάλλονται ‘ἐπὶ Θεῶ ζῶντι’.20Βλ. Ψάλμ. 83,3. Ἡ Παναγία, συνεπῶς, ἔμεινε Παρθένος μετὰ τὸν τόκο.

Ὡστόσο, πολλοὶ ἔχουν φυσικὴ παρθενία, ἀλλὰ δὲν σώζονται κατ’ ἀνάγκη, ὅπως διδασκόμαστε ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν μωρῶν παρθένων.21Βλ. Μάτθ. 25,1-12. Ἐκεῖνο ποὺ νοηματοδοτεῖ καὶ προσδίδει ἀξία στὴ φυσικὴ παρθενία εἶναι ἡ πνευματικὴ παρθενία, δηλαδὴ ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ, ἡ προσεδρία στὴ θεία Παρουσία, ἡ διαμονή, μᾶλλον τὸ βύθισμα τοῦ νοῦ στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.

‘Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν ἐν κροσσωτοὶς χρυσοῖς περιβεβλημένη πεποικιλμένη’.22Βλ. Ψάλμ. 44,14. Ἦταν περικαλλής ‘ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος’ τῆς Παναγίας, ‘ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέος καὶ ἡσυχίου πνεύματος, ὁ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές’.23Βλ. Α’ Πέτρ. 3,4. Τὸ κάλλος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου λαμπρύνεται ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ κοσμεῖται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ Τῆς παρθενία. Ἡ καρδιά Της ἦταν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἀμέριστα δοσμένη στὸν Θεὸ· ὁ νοῦς Τῆς οὐδέποτε ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴ μνήμη τοῦ Ὀνόματός Του· ἡ ἀγάπη Της γι’ Αὐτὸν οὐδέποτε μοιράσθηκε μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀγάπη τοῦ κόσμου τούτου· τὸ θέλημά Της οὐδέποτε ἀπέκλινε ἀπὸ τὶς βουλές Του.

Archimandrite Zacharias Zacharou

Μαριάμ

Ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου καὶ Μητέρα τῆς ζωῆς ἡμῶν

Out of stock
Μαριάμ, η μητέρα του Κυρίου και μητέρα της ζωής ημών

Ἡ Παναγία στὸ διάβα τῆς ζωῆς Της ἔμεινε ἄτρωτη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, διότι ἡ καρδιά Της φλεγόταν ἀπό ‘περισσὸν ζωῆς’, ἀπὸ τὸ πῦρ τοῦ πληρώματος τῆς χάριτος.

Βεβαίως, ὡς ἄνθρωπος ἐνδέχεται νὰ ἔκανε ἀναμάρτητα λάθη. Ἀκόμη καὶ αὐτά, ὅμως, ἦταν κατ’ οἰκονομία Θεοῦ, γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ μετέπειτα γενεὲς καινὰ μυστήρια. Ὅταν γιὰ παράδειγμα ἡ Παναγία Παρθένος μὲ τὸν Ἰωσὴφ πῆραν τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, νόμισαν ὅτι ὁ δωδεκαετὴς Ἰησοῦς ἦταν μὲ τὰ ἄλλα μέλη τῆς προσκυνηματικῆς ὁμάδας καὶ δὲν παρατήρησαν τὴν ἀπουσία Του, ὡς ὅτου εἶχαν διανύσει πορεία μιᾶς ἡμέρας. Ὀδυνώμενοι ἀναζητοῦσαν τὸν παῖδα Ἰησοῦ, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα Τὸν βρῆκαν στὸν ναὸ νὰ συνδιαλέγεται μὲ τοὺς διδασκάλους τοῦ Ἰσραὴλ καὶ νὰ ἑρμηνεύει τὶς Γραφές.

Ὡστόσο, ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε τὸ ἀδιάβλητο αὐτό ‘σφάλμα’ τῆς Παναγίας, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ὅτι δὲν θὰ εὕρουμε τὸν Χριστὸ ἀνάμεσα στοὺς συγγενεῖς καὶ στοὺς φίλους· ὅταν χάσουμε τὴν ποθεινὴ αἴσθηση τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὴν εὕρουμε κάπου ἀλλοῦ εἰ μὴ στὸν Οἶκο Του, στὴν Ἐκκλησία, ἐκεῖ ὅπου τὸ Πνεῦμα Του ἐπισκιάζει τοὺς πιστούς.

Ἡ Παναγία εἶχε ἄπειρη ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ἀπαράμιλλη ταπείνωση. Ἐπιπλέον, ἦταν πλήρως παραδομένη στὸ θεῖο θέλημα, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸ συνεπαγόταν σταυρικὴ ζωή, διαρκῆ κένωση, ἐσωτερικὸ μαρτύριο. Διακονοῦσε καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς Της τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Της, ἀνιδιοτελῶς καὶ ἀφανῶς. Ἂν ἐμεῖς γιὰ νὰ φυλάξουμε λίγη χάρη, πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦμε μὲ μεγάλη αὐταπάρνηση, πόσο μᾶλλον ἡ διακονία τῆς Παναγίας, νὰ βαστάσει τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος, νὰ φέρει τὸν Θεὸ σωματικῶς στὰ σπλάγχνα Της, νὰ θεραπεύει τὸ θέλημά Του γιὰ τὴν πάγκοινη σωτηρία, ἀπαιτοῦσε τέλεια νέκρωση γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὸν Ἑαυτό Της.

Ἔχοντας αὐτὸ κατὰ νοῦ, ἀρχίζει νὰ αἴρεται ἡ σκιὰ ἀπὸ τὸν παράδοξο στίχο: ‘Καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος’. Ἡ Παναγία ‘ἀπέθνησκε καθ’ ἡμέραν’.24Βλ. Α’ Κόρ. 15,31. Διῆλθε τὴ ζωοποιὸ νέκρωση κάθε θελήματός Της, προκειμένου νὰ καταστήσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸν μοναδικὸ νόμο τῆς ὑπάρξεώς Της. Κόλλησε τὰ ὦτα καὶ τὴν καρδιά Της στὸν Κύριο. Στὴν καρδιά Της ἀποθησαύριζε τὰ ρήματά Του, ‘ρήματα ζωῆς αἰωνίου’.25Βλ. Ἰωάν. 6,68. Λησμόνησε κάθε συγγένεια αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ ἀποτάχθηκε κάθε ἀνθρώπινη παρηγοριά. Ἀκόμη καὶ δίπλα στὸν Σταυρὸ τοῦ Υἱοῦ Της, ὅταν τὰ μητρικὰ σπλάγχνα Της σχίζονταν, ἡ Θεοτόκος, ὡς τέλειο ‘Χριστοῦ ἀφομοίωμα’, δὲν ἔπαυσε νὰ μεσιτεύει γιὰ τὴ σωτηρία πάντων, ἀκόμη καὶ τῶν ἀφρόνων Χριστοκτόνων. Ἡ νέκρωση, ὅμως, ποὺ ὑφίστατο, μεταβλήθηκε σὲ προπομπὸ ζωῆς ἀκαταλύτου.

Σὲ μιὰ φράση, ‘καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος’, ὁ ὑμνωδὸς ἐξέφρασε μυστήριο μέγα. Τὸ περισσὸν τῆς αἰώνιας ζωῆς προϋποθέτει γεύση θανάτου, ‘τὸ πλήρωμα τῆς τελειότητος προϋποθέτει τὸ πλήρωμα τῆς κενώσεως’,26Βλ. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθὼς ἐστι, σ. 82. ἡ Ἀνάσταση τὸν Σταυρό. Ὁ ἑκούσιος θάνατος χάριν τῶν ἐντολῶν προσκομίζει τὸν ἀρραβῶνα τῆς αἰώνιας ζωῆς καὶ τὴν κληρονομία τῆς ἄφθαρτης δόξας τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Παναγία οὐδέποτε ἁμάρτησε, οὔτε κἂν μὲ ἕνα λογισμό. Ὡς ἐκ τούτου, ἐφόσον ὁ θάνατος εἶναι τό ‘ὀψώνιον τῆς ἁμαρτίας’, δὲν εἶχε ἐξουσία ἐπάνω Της.27Βλ. Ρώμ. 6,23. Ὡστόσο, ἡ θεία Οἰκονομία ἐπέτρεψε νὰ πεθάνει ἡ Ἁγία Παρθένος, ὥστε ἀφ’ ἑνὸς νὰ καταφανεῖ ὅτι ἦταν πλήρως μέτοχος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ γίνει τέλειο μίμημα τοῦ Υἱοῦ Της, πορευόμενη ὡς τὸ τέλος τὴν ὁδό Του. Ἡ Παναγία κοιμήθηκε, ἔμεινε τρεῖς ἡμέρες στὸν τάφο, καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε. Ἡ ‘ὁλόφωτος ψυχή’ Της μετατέθηκε ‘εἰς τὰς ἀχράντους παλάμας του ἐξ Αὐτῆς Σαρκωθέντος ἄνευ σπορᾶς’.28Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, Ἑσπερινός, Λιτή, ἦχος πλ. α’. Ὁ ἄδικος θάνατός Της κατ’ εἰκόνα τοῦ ἀδίκου θανάτου τοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ, συνιστᾶ ὑπερκόσμια νίκη στὸ ἐπίπεδο τῆς αἰωνιότητας καὶ κατάκριμα τοῦ θανάτου τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ θάνατος μπορεῖ νὰ ἀποβεῖ τὸ μεγαλειωδέστερο, ἀκόμη καὶ ὡραιότερο γεγονὸς τῆς ζωῆς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος προετοιμασθεῖ κατάλληλα καὶ ἐκπληρώσει κάποιους ὅρους. Ὅποιος ἔχει καλλιεργήσει ἤδη ἀπὸ αὐτὴν τὴ ζωὴ ἰσχυρὸ καὶ ἀκατάλυτο σύνδεσμο ἀγάπης μὲ τὸν Χριστό, τὸν Σωτῆρα ‘πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα δὲ πιστῶν’,29Βλ. Α’ Τίμ. 4,10. μεταβαίνει στὴν ἄλλη ζωὴ πάνω στὶς πτέρυγες τῆς θείας ἀγάπης καὶ ἐκεῖ, στὴν ἀνέσπερη ἡμέρα τῆς Βασιλείας, γίνεται μέτοχος τοῦ ἠγαπημένου Κυρίου ‘ἐκτυπώτερον καὶ πληρέστερον’.

Ἑορτάζουμε συνήθως τὰ γενέθλια ὡς τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς μας στὸν κόσμο καὶ ἀποφεύγουμε νὰ συλλογισθοῦμε τὴν ἡμέρα τῆς ἐξόδου μας. Κατ’ οὐσίαν, ὅμως, ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου γιὰ ὅσους ἀνήκουν στὸν Κύριο, σηματοδοτεῖ τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς τους στὴν αἰωνιότητά Του. Τότε ‘χαρὰ γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ’, ‘ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον [τῆς αἰωνίου Βασιλείας]’ τοῦ Θεοῦ.30Βλ. Ἰωάν. 16,21.
Ἡ Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶναι τὸ Πάσχα Της, ἡ διάβασή Της ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη ζωὴ στὴν αἰώνια, ἡ μετάστασή Της ἀπό ‘τῶν λυπηροτέρων ἐπί τα χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα’.31Βλ. Ἑσπερινὸς Δευτέρας Ἁγίου Πνεύματος, δ’ εὐχὴ γονυκλισίας.

‘Τὸ πρόσωπον τῆς Βασιλίσσης τοῦ Οὐρανοῦ λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ’.32Βλ. Ψάλμ. 44,13. Τὴν ἑορτὴ τῆς Θεοτόκου πανηγυρίζουν θεοπρεπῶς οἱ ‘πτωχοὶ τῷ πνεύματι’, οἱ ταπεινοὶ ἀλλὰ πλούσιοι σὲ πνευματικὰ χαρίσματα. Ὅσοι εἶναι ‘τοῦ ἰδίου γένους’ μὲ τὴ Θεομήτορα, ‘τὴ φιλαδελφία εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τὴ τιμὴ ἀλλήλους προηγούμενοι’,33Βλ. Ρώμ. 12,10. ‘πρᾶοι, καὶ ταπεινοὶ τὴ καρδία’,34Βλ. Μάτθ. 11,29. παρθένοι στὸν νοῦ καὶ στὸ πνεῦμα, παραδομένοι στὴ θεία Πρόνοια, ἀκόμη καὶ ὅταν αὐτὴ ἐκφράζεται μὲ θλίψεις καὶ δοκιμασίες στὴ ζωή τους, Τὴν τιμοῦν καὶ Τὴ μακαρίζουν ὅπως Τῆς ἁρμόζει.

Archimandrite Zacharias Zacharou

Πιστοὶ στὴ διαθήκη τῆς ἀγάπης

Τὰ τρία στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς στὴ θεολογία τοῦ Ἁγίου Σωφρονίου

Add to basket
Βιβλίο: Πιστοί στη Διαθήκη της Αγάπης

Πρώτη ἀπὸ τοὺς γηγενεῖς ἡ δικαία Ἐλισάβετ, ὅταν δέχθηκε τὸν ἀσπασμὸ τῆς Ἁγίας Παρθένου, ἀναφώνησε ρήματα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴ νεαρὴ Κόρη: ‘Πόθεν μοὶ τοῦτο, ἵνα ἔλθη ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς με;’35Λουκ. 1,43. Ὁ προφητικός της λόγος ἔγινε αἰτία ἐκφορᾶς ἄλλου προφητικοῦ λόγου, αὐτὴν τὴ φορὰ ἀπὸ τὴν ἴδια τήν Παναγία, ἡ Ὁποία στὴ δική Της εὐχαριστήριο ὠδὴ μεγάλυνε τὸν Κύριο, ὁμολόγησε τὴ μηδαμινότητά Της καὶ προφήτευσε: ‘Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσι μὲ πᾶσαι αἱ γενεαί’.36Λουκ. 1,48.

Πώς, ὅμως, νὰ τιμήσουμε καὶ νὰ ἐκφράσουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας στὴν Παναγία ἐμεῖς, οἱ ἔσχατοι τῶν Χριστιανῶν, οἱ πένητες, τὸ κατακάθι τῶν αἰώνων; Πὼς νὰ ἐκπληρώσουμε τὴν προφητεία Της; Πὼς νὰ ἔχουν ἀντίκρισμα οἱ ὕμνοι καὶ οἱ δεήσεις ποὺ ἀναπέμπουμε πρὸς Αὐτὴν εἴτε κατὰ μόνας εἴτε στὶς συνάξεις μας;
Ὁ μόνος τρόπος νὰ τιμήσουμε τὴν Παναγία εἶναι ἀκολουθῶντας ἀκλινῶς τὴν ὁδό Της, ταπεινώνοντας τὸν ἑαυτό μας καὶ προσφέροντας διηνεκῆ εὐχαριστία γιὰ τὰ πάντα, ‘ἐξαιρέτως’ δὲ γιὰ τά ‘μεγαλεῖα α ἐποίησεν Αὐτὴ ὁ Δυνατός’.37Βλ. Λούκ. 1,49. Ἡ εὐχαριστία μας, ἂν καὶ πενιχρή, θὰ ἀποβεῖ τὸ εἰσιτήριο γιὰ τὴν εἴσοδό μας στὸν θεσπέσιο χορὸ τῶν ‘πλουσίων τοῦ λαοῦ’, τῆς στρατιᾶς τῶν παρθενικῶν ψυχῶν ποὺ λάμπουν μὲ ἐσωτερικὴ καθαρότητα καί ‘ἀποφέρονται ἐν εὐφροσύνῃ [ἀνὰ τοὺς αἰῶνας] ὀπίσω Αὐτῆς’.38Βλ. Ψάλμ. 44,15-16.
Ἂν ὁ Θεὸς δὲν εἶχε μαρτυρήσει μὲ τὴ χάρη Του τὴν ἰσχὺ τῆς μεσιτείας Τῆς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, θὰ εἶχε ἐκλείψει ἡ τιμὴ καὶ τὸ μεγαλεῖο ποὺ Τῆς ἀνήκει. Ὡστόσο, τὴν Παναγία Παρθένο ὁμολογοῦν ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μεγαλύνουν, μακαρίζουν καὶ ἀνυμνοῦν οἱ γενεὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ τάγματα τῶν Ἀγγέλων, ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὅπως φαίνεται στοὺς λόγους ποὺ οἱ πιστοὶ καθημερινὰ Τῆς ἀπευθύνουν: ‘Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε, Κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά Σου· εὐλογημένη Σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας Σου· ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν’.

Λέγοντας ‘Θεοτόκε Παρθένε’ ὁμολογοῦμε ὅτι πρῶτον, Αὐτὴ δάνεισε σάρκα στὸν Ἕνα τῆς Τριάδας, καὶ δεύτερον, τὴν ἀειπαρθενία Της. ‘Χαῖρε, Κεχαριτωμένη Μαρία’ εἶναι ὁ ἀρχαγγελικὸς ἀσπασμὸς πρὸς τήν ‘Ἀξίαν τῆς χάριτος’. ‘Εὐλογημένη Σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας Σου’, εἶναι οἱ λόγοι τῆς γυναίκας ποὺ μέσα στὸ πλῆθος σὲ ἔκρηξη χαρᾶς καὶ θάμβους γιὰ τοὺς λόγους τῆς χάριτος ‘τοὺς ἐκπορευομένους ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Χριστοῦ’,39Βλ. Λούκ. 4,22. ἔκραξε: ‘Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά Σὲ καὶ μαστοὶ οὖς ἐθήλασας’.40Λουκ. 11,27. Τέλος, οἱ λόγοι ‘ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν’ εἶναι λόγοι τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἐκφράζουν τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ὁ Κύριος εἶπε ‘γενηθήτω’ καὶ τὰ πάντα ‘ἐγένοντο’.

Στὴν ἀρχὴ τῆς ἀναδημιουργίας ἡ Ἁγία Παρθένος εἶπε, ‘γένοιτο μοὶ κατὰ τὸ ρῆμά Σου’, καὶ ἀνακαινίσθηκε ἡ κτίση.

Καὶ νῦν, μὲ τὴν ἴδια παράδοση στὸ ἅγιο καὶ τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἂς ποῦμε κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς Μητέρας τοῦ Οὐρανοῦ: ‘Γένοιτο, Κύριε, τὸ θέλημά Σου ἐφ’ ἡμᾶς’, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς γεννήσεως ‘οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ’,41Βλ. Ἰωάν. 1,13. ‘ἄνωθεν’42Ιωάν. 3,3. καὶ τῆς ‘πλουσίας εἰσόδου’ στὴν οὐράνια Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖ παρίσταται ἡ Παναγία ὡς Βασίλισσα ἐκ δεξιῶν τοῦ θρόνου δόξης τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ ἐκεῖ οἱ οἰκτιρμοὶ Τῆς περιδροσίζουν τήν ‘δεινῶς πυρουμένην’ ψυχή μας,43Βλ. Μέγας Παρακλητικὸς Κανῶν, ὠδὴ δ’. καὶ ἡ Ἴδια ὡς ἄρρηκτο τεῖχος διαφυλάσσει καὶ σκέπει ὅλους ὅσοι Τὴν ἀκολουθοῦν πορευόμενοι στερρῶς στὴν κενωτικὴ ὁδὸ τοῦ ἠγαπημένου Υἱοῦ Της. Ἀμήν.

Footnotes

  • 1
    Βλ. Ἀναφορὰ Θείας Λειτουργίας. ↩︎
  • 2
    Βλ. A’ Τίμ. 3,16. ↩︎
  • 3
    Βλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως 56, PG94, 1029bc. ↩︎
  • 4
    Βλ. Ρώμ. 14,24. ↩︎
  • 5
    Βλ. Γέν. 3,15. ↩︎
  • 6
    Βλ. Ἠσ. 7,14. ↩︎
  • 7
    Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΙΗ’: “Τὴ Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων· ἐν ἢ καὶ ὅτι πρώτη τὸν Κύριον ἡ Θεοτόκος εἶδεν ἐκ νεκρῶν ἀναστάντα”, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τόμ. Στ’, ἔκδ. Βασ. Ψευτογκά, Θεσσαλονίκη 2015, σ. 217. ↩︎
  • 8
    Βλ. Μάτθ. 28,1. ↩︎
  • 9
    Βλ. Μικρὸς Παρακλητικὸς Κανῶν, ὠδὴ ε’. ↩︎
  • 10
    Βλ. Γέν. 2,7. ↩︎
  • 11
    Βλ. Ψάλμ. 13,2· 52,3. ↩︎
  • 12
    Βλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος εἰς τὸ γενέσιον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας 6, 2, PG96, 664b. ↩︎
  • 13
    Βλ. Ψάλμ. 38,4. ↩︎
  • 14
    Βλ. Ἠσ. 7,14. ↩︎
  • 15
    Βλ. Ἑσπερινὸς Κυριακῆς, στιχηρὸ στὸ Κύριε Ἐκέκραξα, ἦχος α’. ↩︎
  • 16
    Βλ. Ὄρθρος Κοιμήσεως Θεοτόκου, Κανῶν, ὠδὴ θ’, εἱρμός. ↩︎
  • 17
    Βλ. Λούκ. 6,19. ↩︎
  • 18
    Βλ. Ἔβρ. 12,29. ↩︎
  • 19
    Βλ. Ὄρθρος Κυριακῆς, Ἀντίφωνον γ’, ἦχος πλ. α’. ↩︎
  • 20
    Βλ. Ψάλμ. 83,3. ↩︎
  • 21
    Βλ. Μάτθ. 25,1-12. ↩︎
  • 22
    Βλ. Ψάλμ. 44,14. ↩︎
  • 23
    Βλ. Α’ Πέτρ. 3,4. ↩︎
  • 24
    Βλ. Α’ Κόρ. 15,31. ↩︎
  • 25
    Βλ. Ἰωάν. 6,68. ↩︎
  • 26
    Βλ. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθὼς ἐστι, σ. 82. ↩︎
  • 27
    Βλ. Ρώμ. 6,23. ↩︎
  • 28
    Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, Ἑσπερινός, Λιτή, ἦχος πλ. α’. ↩︎
  • 29
    Βλ. Α’ Τίμ. 4,10. ↩︎
  • 30
    Βλ. Ἰωάν. 16,21. ↩︎
  • 31
    Βλ. Ἑσπερινὸς Δευτέρας Ἁγίου Πνεύματος, δ’ εὐχὴ γονυκλισίας. ↩︎
  • 32
    Βλ. Ψάλμ. 44,13. ↩︎
  • 33
    Βλ. Ρώμ. 12,10. ↩︎
  • 34
    Βλ. Μάτθ. 11,29. ↩︎
  • 35
    Λουκ. 1,43. ↩︎
  • 36
    Λουκ. 1,48. ↩︎
  • 37
    Βλ. Λούκ. 1,49. ↩︎
  • 38
    Βλ. Ψάλμ. 44,15-16. ↩︎
  • 39
    Βλ. Λούκ. 4,22. ↩︎
  • 40
    Λουκ. 11,27. ↩︎
  • 41
    Βλ. Ἰωάν. 1,13. ↩︎
  • 42
    Ιωάν. 3,3. ↩︎
  • 43
    Βλ. Μέγας Παρακλητικὸς Κανῶν, ὠδὴ δ’. ↩︎

About the Author

Leave the first comment